Ο ναυτικός, μετά από δυο χρόνια απουσίας, επιστρέφει σπίτι του και βλέπει τη γυναίκα του μ ένα νεογέννητο. Εξαγριώθηκε ο ναυτικός κι αποφάσισε να βρει τον πατέρα του μωρού και να πάρει εκδίκηση. (Γιατί, ρε παιδιά; Τι έκανε ο άνθρωπος; Αυτό που θα πρεπε να κάνει ο ναυτικός έκανε. Πώς, ρε κύριε, αφήνεις τη γυναίκα σου «απότιστη» δυο ολόκληρα χρόνια και παίρνεις τις άγριες θάλασσες; Και μάλιστα χωρίς να της βάλεις ζώνη αγνότητος! Πολύ τη βρίσκω με τις ζώνες αγνότητος).
— Ήταν ο φίλος μου ο Κώστας; ρωτάει τη γυναίκα του.
— Όχι, λέει η γυναίκα κλαίγοντας.
— Ήταν ο φίλος μου ο Θανάσης;
— Όχιιιιιι! ξαναλέει η γυναίκα κλαίγοντας πιο πολύ τώρα.
— Ε τότε, ποιος απ τους «καλούς» μου φίλους το κανε αυτό; ξαναρωτάει ο ναυτικός.
— Μα καλά, μήπως νομίζεις ότι δεν έχω φίλους δικούς μου; τον κάρφωσε η γυναίκα.