🎲 Τυχαίο
😂 Διάφορα

Τα βαριά κοκτέιλ

Κάποτε σ` ένα σαλούν στην άγρια δύση, μπαίνει ένας τύπος με μία άγρια φάτσα, ζωσμένος κουμπούρια γύρω γύρω και γεμάτος σκόνη. Πάει στο μπαρ και λέει στο μπάρμαν που τον κοιτούσε έντρομος:

— “Βάλε ρε ουίσκι να πιω να ξεδιψάσει το λαρύγγι μου.”

Του βάζει ουίσκι, το κατεβάζει μονορούφι και του ξαναλέει:

— “Αύριο που θα έρθω, θα μου βάλεις το πιο δυνατό που έχεις. Το κατάλαβες;”

— “Μμμάλιστα κύριε, ότι πείτε”, απαντάει έντρομος ο μπάρμαν.

Πάει την επόμενη μέρα και του βάζει ο μπάρμαν το πιο δυνατό ουίσκι που υπήρχε σ` όλη την άγρια δύση. Παίρνει το μπουκάλι και το πίνει και αυτό μονορούφι!

— “Αυτό που μου έβαλες, δεν είναι ούτε για πρωινό. Θα τα πούμε αύριο πάλι, με πιο δυνατό πράμα. Το κατάλαβες;”

— Απαντάει καταφατικά ο μπάρμαν, και μην έχοντας κάτι καλύτερο και δυνατότερο, αγοράζει ασβέστη για να τον αραιώσει με το ουίσκι!

Την επόμενη μέρα, ξανά ο κάου-μπόυ, πίνει αυτό που του έφτιαξε ο μπάρμαν μονορούφι και φεύγει.

Αμα ξαναπατήσει εδώ αυτός, εμένα να με κρεμάσουν από το δέντρο, σκεφτόταν ο μπάρμαν και γέλασε. Την επόμενη μέρα όμως, ξανά πάλι ο κάου-μπόυ, δεν πίστευε στα μάτια του ο μπάρμαν, του ζητάει κάτι πιό δυνατό από το χθεσινό. Φανερά εκνευρισμένος ο μπάρμαν, του δίνει ναι πιεί υδροχλωρικό οξύ.

Παίρνει το μπουκάλι, το πίνει μονορούφι και φεύγει.

— “Σίγουρα δε θα ζήσει για πολύ”, σκέφτηκε ο μπάρμαν.

Την επόμενη μέρα, όταν ήρθε πάλι ο κάου-μπόυ, ο μπάρμαν μόλις και μετά βίας δεν λιποθύμησε.

— “Βάλε μου το χθεσινό, ήταν πολύ καλό. Τα τελευταία που μου έβαλες τι ήταν;”

— “Ασβέστης και υδροχλωρικό οξύ”, του απαντάει ο μπάρμαν.

— “Α, για αυτό χέζω αγαλματάκια και τρυπάω το σώβρακό μου κλάνοντας!”