🎲 Τυχαίο
🩺 Γιατροί

Το σπίτι που ευφραίνονται

Ο Μπόμπος με τον πατέρα του, είχαν πάει βόλτα στην πόλη. Ο Μπόμπος, ήταν μικρός και ρωτούσε συνέχεια τον μπαμπά του για τα διάφορα που έβλεπε.

— “Μπαμπά, τι είναι αυτό;”

— “Νοσοκομείο είναι παιδί μου”, του απαντούσε ο μπαμπάς του.

— “Μπαμπά, τι είναι εκείνο;”

— “Σχολείο είναι παιδί μου.”

Κάποια στιγμή, πέρασαν και από ένα οίκο ανοχής.

— “Μπαμπά τι είναι αυτό;”, ρωτάει ο μικρός.

— “Αυτό, είναι το σπίτι που ευφραίνονται”.

Την άλλη μέρα ο Μπόμπος το σκάει από το σπίτι του και πάει στον οίκο ανοχής. Μπαίνει μέσα και λέει:

— Ήρθα να ευφρανθώ!!

— Όχι, είσαι μικρός του απαντάει η υπάλληλος.

— Όχι δεν φεύγω, λέει ο Μπόμπος.

— Καλά, του λέει αυτή, θέλεις μια φέτα με μέλι;

— Θέλω, λέει αυτός και την τρώει.

— Αλλη θες;

— Θέλω!!

— Τρίτη θέλεις;;

— Θέλω, λέει ο Μπόμπος όμως δεν μπόρεσε να την φάει και γλύφει μόνο το μέλι. Στο μεταξύ ο πατέρας του είχε τρελαθεί να τον ψάχνει. Στο τέλος τον βρίσκει έξω από τον οίκο ανοχής.

— Μπόμπο!! Τι έκανες εκεί μέσα;;

Και ο Μπόμπος:

— Πατέρα, τις δύο τις κατάφερα! Την τρίτη… της πάτησα ένα γλείψιμο!!!