Ο ψαράς
Περνούσε ο ψαράς από την γειτονιά και διαλαλούσε την πραμάτεια του:
— Φρέσκα ψάριααααααααααα Βλέπει σε ένα μπαλκόνι μια κυρά, άλλο πράγμα, με κοντή φούστα που αποκάλυπτε, ιδίως όταν κοιτούσες από τον δρόμο, κάτι ποδάρες αγαλμάτινες!
Οπότε ο ψαράς για να μην τον πάρουν χαμπάρι:
— Αχ τα πόδια, Αχ τα πόδια Τρομάζει η κυρά και μαζεύει τα πόδια της παραμέσα να μην τα βλέπει.
Οπότε ο ετοιμόλογος ψαράς:
— Αστα κει, άστα κει