Ο μπιντές
Σε ορεινό χωριό, δυό τύποι έπιναν το καφεδάκι τους στο καφενείο.
Ξαφνικά βλέπουν τον παπά του χωριού να κουτσαίνει, σκέτο σαράβαλο.
Περίεργο μέχρι χτες ο παπά-Μιχάλης ήταν μια χαρά.
— Ε, παπά-Μιχάλη, τι έπαθες;
— Να μωρέ, γλίστρησα, έπεσα και χτύπησα στον μπιντέ.
— Κάτσε παπά-Μιχάλη λίγο να τα πούμε
— Ευχαριστώ, αλλά πονάω και ούτε να κάτσω μπορώ.
Φεύγει λοιπόν κούτσα-κούτσα ο παπά-Μιχάλης.
Οπότε ρωτάει ο ένας τον άλλο:
— Ρε συ Μήτσο, τι είναι μπιντές;
— Καλά ρε εμένα ρωτάς;
Εμένα που έχω να πατήσω στην εκκλησία δεκαπέντε χρόνια;;;