Ο Κόκκορας
Ένας χωρικός είχε μια φορά έναν κόκορα πολύ βαρβάτο.
Ο κόκορας τριγύρναγε στα αγροκτήματα και γαμ**σε οποίο ζώο έβρισκε μπροστά του. Ο φουκαράς ο χωρικός μια μέρα λέει στον κόκορα.
— Κοιτά φίλε. αν συνεχίσεις έτσι στο τέλος θα ψοφήσεις από το πολύ γαμ**σι .Ηρέμησε λίγο.
Όμως ο γαμίκος κόκορας δεν άκουγε τίποτε. Αφού πη**ξε όλες τις κότες πήγε και πηδ**ξε και τα γουρούνια και μετά τις αγελάδες και δεν σταματούσε μέχρι να γαμ**σει όλα τα ζώα της φάρμας.
Μια μέρα ο χωρικός δεν έβρισκε πουθενά τον κόκορα. Η ανησυχία του έγινε μεγαλύτερη, όταν στην πίσω αυλή είδε μερικά κοράκια να κόβουν απειλητικές βόλτες στον ουρανό. Έτρεξε προς τα κει και αντίκρισε τον βαρβάτο κόκορα πεσμένο στο χώμα ανάσκελα ακίνητο με τα μάτια κλειστά.
— Το ξερά εγώ! Σου το είχα πει! Απ το πολύ γαμ**σι πέθανες! του λέει στεναχωρημένος ο χωρικός καθώς πλησιάζει τον κόκορα.
Μόλις φτάνει όμως από πάνω του ο κόκορας ανοίγει το ένα μάτι και του λέει χαμηλόφωνα.
— Σκάσε ρε μαλ**κα! Πας να μου χαλάσεις την δουλειά με τις κολοφωνές σου θα δίωξεις τα πουλιά και δεν έχω γαμ**ει κοράκι.