Ο διάβολος χασικλής
Ένα απόγευμα που ο διάβολος βαριόταν λέει:
— “Θα κατέβω στη γη, να πειράξω κάποιον, έτσι για να περάσει η ώρα μου.”
Πάει σ` ένα πάρκο και βρίσκει κάποιον να καπνίζει ένα μεγάλο τσιγάρο με χασίς. Τον σκουντάει και του λέει:
— “Θα μου δώσεις μια τζούρα;”
— “Αμέ”, του απαντάει εκείνος.
Μόλις κάνει την τζούρα ο διάβολος, αρχίζει και βγάζει καπνούς, κέρατα, ουρές, του πετάγονται τα μάτια έξω. Ο χασικλίς άνετος, παρακολουθούσε.
— “Τι έγινε εδώ;”, αναρωτήθηκε ο διάβολος.
Τον ξανασκουντάει και του λέει:
— “Μου δίνεις άλλη μία τζούρα;”
— “Ναι”, του λέει ο χασικλής.
Και πάλι τα ίδια. Καπνοί, αφροί, κλπ.
Ο χασικλής κοιτούσε, χωρίς να αντιδρά. Ο διάβολος, τα είχε παίξει. Αποφασίζει να ξαναδοκιμάζει. Τον σκουντάει άλλη μία φορά και του λέει:
— “Μου δίνεις άλλη μία;”
— “Εγώ βρε φίλε να σου δώσω, αλλά εσύ, αφού βλέπεις ότι σε πειράζει, γιατί το παίρνεις;”