Στο τσίρκο
Ένας ρακένδυτος κι άπλυτος τύπος, αξούριστος κι αχτένιστος, σε μαύρο χάλι δηλαδή, πάει στον διευθυντή του τσίρκο που μόλις είχε φτάσει σε μία πόλη να ζητήσει δουλειά.
— Λυπάμαι φίλε μου, του λέει ο διευθυντής, αλλά είμαστε πλήρης.
— Σας παρακαλώ κ. Διευθυντά, του λέει ο τύπος. Δεν έχω ούτε ψωμί να πάρω. Για ένα κατοστάρικο κάνω ότι δουλειά θέλετε.
Ο διευθυντής του έλεγε “δεν έχω δουλειά”, ο άλλος επέμενε “για ένα κατοστάρικο κάνω τα πάντα”. Του ζάλισε τον έρωτα, οπότε ο διευθυντής τον παίρνει και τον πάει μπροστά σε ένα χοντρό κομμάτι σχοινί.
— Λοιπόν, τράβα αυτό πάνω κάτω και θα σου πω πότε να σταματήσεις. Όταν τελειώσεις, θα σου δώσω ένα κατοστάρικο. Εντάξει;
— Εντάξει, λέει ο άλλος κι άρχισε να τραβά το σκοινί.
Μετά από 2-3 ώρες έρχεται ο διευθυντής και του λέει να σταματήσει. Του δίνει ένα κατοστάρικο και του ο τύπος φεύγει.
Την άλλη μέρα, ξανάρχεται στον διευθυντή.
— Σας παρακαλώ κ. Διευθυντά, του λέει ο τύπος. Δεν έχω ούτε ψωμί να πάρω.
Για ένα κατοστάρικο κάνω ότι δουλειά θέλετε.
Ο διευθυντής επέμενε:
— Δεν έχω δουλειά.
Ο καθένας το βιολί του, οπότε ο ρακένδυτος τύπος του λέει:
— Μπορώ να κάνω ότι έκανα εχτές αλλά για ένα πενηντάρικο. Σας παρακαλώ…
— Αποκλείεται, του λέει ο διευθυντής.
— Μα γιατί; διαμαρτύρεται ο άλλος
— Γιατί δεν μπορούμε να τραβάμε μαλα*** κάθε μέρα στον ελέφαντα!